Кадр выше наш. Полное медиа с Facebook запрошено — подставим его сюда, как только приедет.
Game Dungeon Ward: Dark Offline RPG
🛑 Μου είχαν απομείνει μόλις 55 € στον λογαριασμό, το βαν χρειαζόταν επισκευή αξίας 3.200 € και οι εισπρακτικές εταιρείες με καλούσαν σχεδόν κάθε μέρα. Εκείνο το βράδυ άλλαξαν όλα. Είμαι 36 ετών και ζω στη Θεσσαλονίκη. Δουλεύω στην οικοδομή σχεδόν δέκα χρόνια, κυρίως ως υπεργολάβος σε διάφορα έργα. Τα χρήματα συνήθως έφταναν ίσα-ίσα για να τα βγάζουμε πέρα. Τους καλούς μήνες έπαιρνα περίπου 1.400–1.700 € καθαρά, όταν υπήρχε αρκετή δουλειά. Η γυναίκα μου είχε σταματήσει προσωρινά να εργάζεται μετά τη γέννηση της κόρης μας. Πιστεύαμε ότι θα αντέχαμε για λίγους μήνες. Αλλά μετά άρχισαν όλα να πηγαίνουν στραβά. Ο χειμώνας του 2025 ήταν εφιαλτικός. Βροχές σχεδόν κάθε μέρα. Τα έργα σταματούσαν. Οι πληρωμές καθυστερούσαν. Η εταιρεία με την οποία συνεργαζόμουν επί μήνες άρχισε να καθυστερεί τους μισθούς. Στην αρχή έλεγαν ότι υπήρχαν προσωρινά προβλήματα ρευστότητας. Μία εβδομάδα έγινε δύο. Οι δύο εβδομάδες έγιναν σχεδόν δύο μήνες. Και όταν έχεις οικογένεια στο σπίτι, αυτό δεν είναι απλώς μια καθυστέρηση. Είναι καταστροφή. Σαν να μην έφτανε αυτό, το ενοίκιο αυξήθηκε κατά 120 € τον μήνα. Αρχίσαμε να κόβουμε τα πάντα. Το φαγητό. Τη θέρμανση. Οτιδήποτε θεωρούσαμε κάποτε απαραίτητο. Ακόμα και φάρμακα. Κάθε εβδομάδα τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα. Το βαν μου χάλασε. Συμπλέκτης και κιβώτιο ταχυτήτων. Το συνεργείο ζήτησε 3.200 €. Χωρίς το βαν δεν μπορούσα να δουλέψω. Κανείς δεν θέλει έναν εργάτη που δεν μπορεί να φτάσει στο εργοτάξιο ή να μεταφέρει τα εργαλεία του. Έχανα χρήματα κάθε μέρα που το όχημα έμενε ακινητοποιημένο. Στην αρχή τα έβγαλα πέρα με πιστωτικές κάρτες και υπεραναλήψεις. Μετά αναγκάστηκα να πάρω δάνειο. Σκεφτόμουν: «Θα φτιάξω το βαν, θα επιστρέψω στη δουλειά και θα τα ξεπληρώσω όλα γρήγορα.» Δεν έγινε έτσι. Οι τόκοι ανέβαιναν. Οι λογαριασμοί συνέχιζαν να έρχονται. Το παιδί μας αρρώστησε. Και όλα άρχισαν να καταρρέουν. Τα χρέη μεγάλωναν κάθε μήνα. Τα τηλέφωνα δεν σταματούσαν. Και κάθε βράδυ καθόμ