.
Τρία χρόνια προσπαθούσα να ζήσω όπως πρέπει. Έκανα τα πάντα σωστά. Κι όμως, στο τέλος έμεινα πάλι χωρίς τίποτα. Να τι έγινε μετά. Με λένε Αντρέα Βούρνα και είμαι 35 χρονών. Κατάγομαι από το Περιστέρι, στα δυτικά προάστια της Αθήνας. Δεν μιλάω όμως για εκείνη την Ελλάδα που δείχνουν στους τουρίστες: τα κατάλευκα σπίτια, τη θάλασσα και τις όμορφες καρτ ποστάλ. Μιλάω για την πραγματική, καθημερινή Ελλάδα. Καυτό μπετόν, παλιά μπαλκόνια με τις εξωτερικές μονάδες των κλιματιστικών, το Lidl στον δρόμο για το σπίτι, λογαριασμοί απλήρωτοι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και άνθρωποι που φεύγουν το πρωί για δουλειά και το βράδυ μετράνε αν θα φτάσουν τα λεφτά μέχρι το τέλος του μήνα. Δεν έχω συνηθίσει να βγάζω τα προσωπικά μου στο ίντερνετ. Δεν είχα γράψει ποτέ κάτι τέτοιο. Όταν όμως τα είπα όλα σε μερικούς φίλους, όλοι μου είπαν πάνω-κάτω το ίδιο: «Αντρέα, πες το. Μπορεί να βοηθήσει κάποιον». Γι’ αυτό γράφω εδώ. Μεγάλωσα σε μια συνηθισμένη οικογένεια στο Περιστέρι. Δεν πεινάσαμε ποτέ, αλλά ούτε είχαμε και λεφτά στην άκρη. Δεν πήγα πανεπιστήμιο. Στο σπίτι χρειάζονταν χρήματα. Δουλεύω στις οικοδομές από τα 18 μου. Στην αρχή κουβαλούσα σακιά, μετά έμαθα να βάζω πλακάκια και να δουλεύω γυψοσανίδες. Μέχρι τα 32 μου, όταν έλειπε ο μάστορας, άφηναν άνετα σε μένα ολόκληρο το συνεργείο. Ζούσα χωρίς υπερβολές. Δεν πήγαινα κάθε βράδυ στις ταβέρνες, ούτε πετούσα για Μύκονο. Είχα ένα παλιό Toyota Yaris του 2009. Έπαιρνα περίπου 1.150–1.250 ευρώ τον μήνα. Για οικοδόμο στην Αθήνα, θεωρητικά δεν είναι κακός μισθός. Αυτό όμως ισχύει μόνο μέχρι να αρχίσεις να υπολογίζεις τα έξοδα. 650 ευρώ πήγαιναν στο νοίκι. Το ίντερνετ κόστιζε 28 ευρώ. Η βενζίνη περίπου 100, γιατί η οικοδομή βρισκόταν κάθε φορά και σε άλλη άκρη της πόλης. Για τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ έφευγαν περίπου 250 ευρώ — οι τιμές έχουν ξεφύγει εντελώς. Και μετά είναι τα παιδιά, το σχολείο, τα φάρμακα. Και η ΔΕΗ. Το καλοκαίρι είναι ξεχωριστή καταστροφή. Το κλιματιστικό ανεβάζει τον λογαριασμό στα ύψη, αλλά χωρίς αυτό τη